Θέα στο σκοτάδι

53
169

μοναστήρι με θέα στο σκοτάδι

Στο μοναστήρι, καθισμένοι σε δύο ξύλινες πολυκαιρισμένες καρέκλες , ο Μάνος και η Άννα περίμεναν για κάποιο νεότερο. Είχαν περάσει ήδη τρεις ώρες. Έψαξαν παντού, μα τίποτα δεν πρόδιδε τη θέση του. Τώρα, ανέμεναν καρτερικά μήπως κάποιος τους δώσει τη λύση.

Η πρώτη, ήταν λίγα χρόνια αφ’ ότου γνωρίστηκαν.

Ήταν η δεύτερη φορά που το επισκέπτονταν το μοναστήρι αυτό.
Έφυγαν εντυπωσιασμένοι από την ομορφιά και την γαλήνη και υποσχέθηκαν στους εαυτούς τους να επιστρέψουν. Έτσι κι έκαναν. Αυτή τη φορά με τον επτάχρονο γιο τους. Το θεώρησαν μια καλή ευκαιρία για απόδραση, αλλά και για να κρατήσουν εκείνη την υπόσχεση.

Μόνο που τούτη τη φορά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμεναν. Στο μέσο περίπου την περιήγησης στο μοναστήρι, κατάλαβαν πως ο γιος τους, ο Νικόλας όπως τον αποκαλούσαν, έλειπε από δίπλα τους. Μόλις το συνειδητοποίησαν αισθάνθηκαν τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια τους. Ειδοποίησαν τους μοναχούς και ξεκίνησαν να ψάχνουν.

Στην αρχή, πίστευαν ότι θα τον έβρισκαν εύκολα. Βρίσκονταν σε ένα μοναστήρι, οποίος μοναχός και αν τον έβλεπε χωρίς συνοδεία, θα ειδοποιούσε ανεξάρτητα αν είχε ακούσει την δική τους έκκληση.

Η ώρα όμως περνούσε και οι ελπίδες τους εξανεμίζονταν. Είχε φτάσει απόγευμα και σε λίγο θα σκοτείνιαζε.

Οι μοναχοί τους πρότειναν να αναπαυτούν λίγη ώρα, ο πανικός δεν θα βοηθούσε σε τίποτα. Αρχικά αντέδρασαν, στη συνέχεια όμως υπάκουσαν. Ένιωθαν άλλωστε τις δυνάμεις τους να εξασθενούν εξαιτίας τους άγχους τους. Έτσι, προτίμησαν να ηρεμήσουν και να σκεφτούν με κάθε λεπτομέρεια τις τελευταίες τους κινήσεις.

Όταν κατάλαβαν την απουσία του Νικόλα, στέκονταν μπροστά από μια παλιά, σιδερένια γέφυρα. Η θέα της σίγουρα θα ήταν επιβλητική. Ήταν τεράστια σε μέγεθος, η κατασκευή της ήταν τόσο περίτεχνη που σε έκανε να πιστεύεις πως οι καλύτεροι κατασκευαστές του τόπου ενώθηκαν για να τη δημιουργήσουν.

Φαίνονταν βαριά, όσο και οι βράχοι που τη κρατούσαν… Δυστυχώς δεν μπόρεσαν να απολαύσουν τη θέα, γιατί ήταν αποκλεισμένη με μια σιδερένια κατασκευή. Δεν γνώριζαν το λόγο, αλλά φαντάστηκαν πως μάλλον δεν ήταν τόσο στιβαρή όσο είχαν υποθέσει στην αρχή.

Στην απέναντι όχθη δεν συνεχιζόταν το μοναστήρι.
Υπήρχε μονάχα ένας αποκλεισμένος χώρος.
Ο Νικόλας, στέκονταν δίπλα τους όταν ο πατήρ Ιάκωβος τους συνάντησε και τους έπιασε κουβέντα για τις εικόνες όπου φυλάσσονταν στη μονή. Πρώτη η Άννα συνειδητοποίησε πως ο Νικόλας έλειπε από κοντά τους.

 

Άρχισε να κοιτάει ανήσυχη γύρω χωρίς να μιλάει ώσπου έσφιξε το χέρι του Μάνου και τον ρώτησε αν είχε δει τον γιο τους να φεύγει. Εκείνος με τη σειρά του έψαξε στο χώρο. Δεν τον έβλεπε και άρχισε να φωνάζει το όνομα του με αγωνία.

Ο πατήρ Ιάκωβος προσπάθησε να τους ηρεμήσει, λέγοντας τους πως όλα θα πάνε καλά. Τους εξηγούσε πως στο μοναστήρι υπάρχουν αρκετοί μοναχοί και πως κανένας από αυτούς δεν θα τον άφηνε μόνο. Κάλεσε τους υπόλοιπους μοναχούς να τους ενημερώσει.

Ολόκληρη η μόνη βρίσκονταν σε πλήρη επαγρύπνηση.

Ένα ολόκληρο κύκλωμα στήθηκε, κάθε μοναχός έψαχνε το μικρό αγόρι. Όμως οι ώρες περνούσαν και κανένας δεν είχε κάποιο νεότερο. Η Άννα θέλησε να καλέσει την αστυνομία, ο πατήρ Ιάκωβος όμως διαφώνησε.

Θέλησε να κατευνάσει τα πνεύματα λέγοντας τους πως πρέπει να έχουν πίστη και πως με το θέλημα του θεού ο μικρός θα βρεθεί. Τους πρότεινε να κάνουν υπομονή ακόμη μία ώρα και να ξεκουραστούν. Μάλιστα τους ενημέρωσε πως αν σε αυτή την ώρα δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο ίδιος θα καλέσει την αστυνομία.

Εκείνοι δέχτηκαν απρόθυμα και αποφάσισαν να ανακαλέσουν κάθε λεπτομέρεια που θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Παρέμειναν αμίλητοι. Το μόνο που πρόδιδε την παρουσία τους στον χώρο ήταν ο πόνος της Άννας που έβγαινε άλλοτε πλημμυρίζοντας τα βλέφαρα της από δάκρυα, και άλλοτε πνιχτός και ανακατεμένος με την ανάσα της. Το σκοτάδι έπεφτε πυκνό στο δωμάτιο όσο ο ήλιος έχανε σιγά, σιγά τη θέση του. Όταν χάθηκε πια και η τελευταία ηλιαχτίδα στο δωμάτιο, ο Μάνος αναπήδησε από τη θέση του τραβώντας μαζί και την Άννα.

“Ο Νικόλας μας” έλεγε χωρίς σταματημό. Η Άννα σάστισε. Έψαχνε γύρω της απεγνωσμένα μήπως και καταλάβει. Ρωτούσε ξανά και ξανά τον Μάνο αλλά έμοιαζε μεθυσμένος από χαρά, σα να είχε ανακαλύψει το μεγαλύτερο θησαυρό όλου του κόσμου. Πέρασαν αρκετές στιγμές για να σταματήσει και να μπορέσει η Άννα να καταλάβει. Χρειάστηκε να του φωνάξει και αισθάνθηκε ζευγάρια μάτια να ρίχνουν κλεφτές ματιές επάνω της. Δεν την ένοιαζε καθόλου. Ο Μάνος κάτι είχε καταλάβει κι αυτό ήταν το μόνο που την απασχολούσε.

“Η γέφυρα” συνέχισε να λέει εκείνος. “Η γέφυρα, τα κάγκελα”, “Ο Νικόλας μας, Άννα” και ένιωσε το μυαλό της ξαφνικά να γυρίζει. Αναρωτιόταν πως δεν το σκέφτηκε τόσες ώρες και άρχισε να τρέχει. Ο Μάνος ακολουθούσε στον ίδιο ρυθμό μέχρι που φτάσανε στα κάγκελα. Ζήτησαν από τους μοναχούς που βρίσκονταν εκεί να τους ανοίξουν, εκείνοι αν και αρχικά δίστασαν, το έκαναν αφού πρώτα ειδοποίησαν τον ηγούμενο.

Πέρασαν βιαστικά απέναντι  από το μοναστήρι
και έσπρωξαν την πόρτα.
Πίσω της μέσα σε ένα μικρό διάδρομο στεκόταν ο Νικόλας.
Τον πλησίασαν και τον έσφιξαν στην αγκαλιά τους.
Φαινόταν φοβισμένος.
Ο Μάνος τον κράτησε στα χέρια του και βγήκαν στη γέφυρα.
Τα χέρια του ήταν παγωμένα και τα μάτια του κόκκινα.
Άρχισε να κλαίει χωρίς σταματημό.
Με ήρεμη φωνή του είπαν πως το μόνο που έχει σημασία
είναι ότι τον βρήκαν. Και το εννοούσαν.

 

Ο Νικόλας στην καθημερινότητα του συνήθιζε να κόβει δρόμο τρυπώνοντας κάτω από έναν παλιό φράχτη στη πιλοτή του σπιτιού τους. Γελούσε με την ψυχή του όταν ο πατέρας του έφτανε κάνοντας τον γύρο και τον σήκωνε ψηλά στον ουρανό. Έτσι και τώρα.. Μόλις είδε ότι το άνοιγμα είναι μεγάλο, σκέφτηκε να παίξει με τον πατέρα του, μιας και μέχρι εκείνη τη στιγμή βαριόταν αρκετά. Πέρασε γρήγορα απέναντι και έσπρωξε την πόρτα.

Μπαίνοντας, και με το φως που του πρόσφερε το άνοιγμα της πόρτας, το βλέμμα του έπεσε σε ένα σωρό από κόκαλα. Το σώμα του πάγωσε στο θέαμα. Την επόμενη στιγμή η πόρτα έκλεισε με δύναμη πίσω του. Σκοτάδι απλώθηκε παντού. Ο Νικόλας τρομοκρατήθηκε. Άρχισε να κλαίει. Πέρασε τις επόμενες ώρες κουλουριασμένος στο πάτωμα. Αργότερα, όπως κατάφεραν να μάθουν, το δωμάτιο αυτό χρησιμοποιούταν ως μπαρουταποθήκη αρχικά κατά το μεσαίωνα αλλά και την επανάσταση, ενώ αργότερα έδωσε τη θέση του σε οστεοφυλάκιο. Πρόσβαση είχε μόνο ο ηγούμενος και ένας μοναχός όπου συντηρούσε το χώρο.

Για πρώτη, και σίγουρα για τελευταία φορά, στέκονταν τώρα στη γέφυρα που τόσο θαύμαζαν. Κρατήθηκαν αγκαλιασμένοι ενώ το βλέμμα τους χάνονταν στη θέα που τους πρόσφερε το μοναστήρι. Ένα απέραντο τοπίο γεμάτο χρώματα ξεπρόβαλε μπροστά τους. Το θέαμα έκοβε την ανάσα. Το σούρουπο έπεφτε για τα καλά, και η ατμόσφαιρα είχε ένα δροσερό αεράκι που ήταν λες και έπαιρνε όλο το πόνο μακριά.

Συγνώμη, του ψιθύρισαν γλυκά
και πήραν το δρόμο του γυρισμού. 

 


Για περισσότερες ιστορίες, σκέψεις, πειράματα του μυαλού μπορείς να κάνεις μια βόλτα από τα social της σελίδας FacebookGoogle + αλλά και στο Twitter ,όπως επίσης και να εγγραφείς στο εβδομαδιαίο newsletter που βρίσκεται πάνω δεξιά τοποθετώντας απλώς το e-mail σου.


 

4 (80%) 1 vote