De profundis.

58
118

Η στιγμή στη ζωή σου εκείνη, που καταλαβαίνεις πως σχεδόν κάθε φορά από εδώ και πέρα,
θα είναι η πρώτη φορά.


Το γέλιο της έσπασε τη σιωπή. Εκείνος, στεκόταν δίπλα της σχεδόν με κομμένη την ανάσα και την παρατηρούσε. Είχαν περάσει τρεις ολόκληρες μέρες κι εκείνη μόλις κατάφερε να αντικρίσει για πρώτη φορά τον καρπό του έρωτα τους.

πρώτη φορά μαζί

Το πρόσωπο της θύμιζε τις πρώτες πρωινές ηλιαχτίδες. Προετοιμαζόταν γι’ αυτή τη στιγμή μήνες ολόκληρους, όμως τίποτα μέσα σε αυτούς δεν μαρτυρούσε το μεγαλείο της. Το γέλιο της πλημμύρισε το δωμάτιο σαν δροσερό ρυάκι που χανόταν στα βάθη του ωκεανού. Τα μάγουλα της γέμισαν δάκρυα και ασυναίσθητα άγγιξε την κοιλιά της. Τίποτα και κανένας δεν την είχε προετοιμάσει γι’ αυτή τη στιγμή. Για καιρό, προσπαθούσε να συντονίσει τη δική της με μιαν άλλη καρδιά, τη δική του. Τώρα, απλώς έψαχνε τρόπο να ξαναβρεί τον ρυθμό της.

Φοβόταν το άγνωστο. Πάντα, το πρώτο που έκανε ήταν να βρίσκει τρόπο να προετοιμάζεται για εκείνα που θα ‘ρθουν και τώρα όλα έμοιαζαν δύσκολα. Κρατούσε στα χέρια της έναν άνθρωπο που όμως έμοιαζε τόσο εύθραυστος, τόσο μικρός και ανυπεράσπιστος. Εκείνη, ένιωθε τόσο κουρασμένη και ταλαιπωρημένη που έπιασε τον εαυτό της να αναρωτιέται αν τελικά θα τα καταφέρει. Αν μπορεί. Αν αντέχει να τον προσέχει όσο όλον αυτό το καιρό που ήταν αχώριστοι.

Κοίταξε γύρω της και συνειδητοποίησε πως το δωμάτιο ήταν γεμάτο ανυπεράσπιστους μικρούς ανθρώπους, τους παρατηρούσε και αγχώθηκε όταν κατάλαβε ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει εύκολα το δικό της παιδί.

Η σκέψη της αποτυχίας κατέκλυσε το κορμί της αφού η ιδέα ότι δεν θα γινόταν τελικά σωστή μητέρα δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό της. Τα πόδια της πονούσαν και με το βλέμμα έψαξε να ξεκουραστεί. Βρήκε μια θέση και αποφάσισε να απολαύσει αυτές τις λίγες στιγμές που την άφηναν μαζί του.

Φορούσε μια μπλε ρόμπα που δυσκόλευε τις κινήσεις της. Το κεφαλάκι του ακουμπούσε με υπομονή στα άχαρα χέρια της. Εκείνη φοβόταν μήπως δεν ένιωθε άνετα, εκείνος όμως έμοιαζε να το απολαμβάνει. Χανόταν στην αγκαλιά της χωρίς στιγμή να θελήσει να φύγει. Το κορμί του ήταν μελανό, γεμάτο ζάρες, στα μάτια της έμοιαζε πονεμένο. Το κρατούσε τρυφερά και του χαμογελούσε όταν μπροστά της στάθηκε μια μαία. Της πρότεινε να το ταΐσει και της έδειξε τον τρόπο. Είχε αποφασίσει πως δεν θέλει να το θηλάσει. Η ιδέα έμοιαζε ξένη και μακρινή στα μάτια της. Άλλωστε και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού το μόνο που δεν κατάφερε να αποχωριστεί όσο και αν ήθελε ήταν ο εθισμός της στο τσιγάρο, τώρα, της φαινόταν άχρηστο να συνεχίσει να μολύνει το κορμί του με αυτό.

πρώτη φορά αντιμέτωποι με τους άλλους

Στο μυαλό της γύρισαν τα λόγια όλων εκείνων που στάθηκαν αντίθετοι, σχεδόν να την κατακρίνουν. Λες και όλοι τελικά ήξεραν το καλύτερο πέρα από αυτή. Για το πώς θα γεννήσει, για το πώς θα το φροντίσει, για το πώς θα το μεγαλώσει. Όλοι γνώριζαν έναν καλύτερο τρόπο εκτός από εκείνη. Δεν την ένοιαζε τόσο πραγματικά τι έλεγαν, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό. Εκείνο που την ένοιαζε περισσότερο ήταν γιατί τα έλεγαν, γιατί τελικά έπρεπε όλοι να συμβαδίσουν με μια εικόνα που δεν θα χαλάει τα κουτάκια, που δεν θα είναι αντίθετη σε εκείνα που κατά κανόνα πρέπει να γίνονται. Ήξερε πως αυτή ήταν μόνο η αρχή βέβαια αφού αργότερα θα ακολουθούσαν σκληρότερες μάχες που δεν θα αφορούν το πώς θα διαχειριστεί το ίδιο της το κορμί.

Όμως βαθιά μέσα της ένιωθε δυνατή. Ήξερε ότι μπορεί να τα καταφέρει αφού πλάι της πάντα βρίσκονταν ο άνθρωπος της αλλά και οι δικοί της. Οι υπόλοιποι απλώς αποτελούσαν μια βαβούρα που κάποτε είναι καταδικασμένη να σταματήσει. Το μόνο που την ένοιαζε πραγματικά ήταν να ξαναδεί αυτό εδώ το ανθρωπάκι, να αισθανθεί τη καρδιά του για να μπορέσει και η δική της να βρει δικό της ρυθμό. Τον κρατούσε από το λαιμό, στεκόταν καθισμένος στο πόδι της και της φαινόταν σχεδόν αστείο. Ήταν η πρώτη φορά που τον τάιζε, και σίγουρα ο τρόπος που φανταζόταν, δεν ήταν αυτός.

Όσο τον κοιτούσε, της φάνηκε σαν να χαμογελά. Χαμογέλασε κι εκείνη και ας γνώριζε πως ήταν αδύνατον. Κοίταξε πάλι γύρω της και σιγουρεύτηκε. Το δικό της ανθρωπάκι ήταν ξεχωριστό. Έλαμπε, ήταν σίγουρη πως έλαμπε. 

Η παλάμη του αγκάλιασε το δάχτυλο της. Το χάιδεψε τρυφερά, ήταν λες και το σώμα της γέμισε ξανά ζωή. Ο πόνος και η κούραση εξαφανίστηκαν με μιας, λες και δεν είχαν θέση ποτέ στο σώμα της. Σκέφτηκε τους μήνες που πέρασαν και ένιωσε ευγνώμων που τελικά άνηκαν στο παρελθόν.

πρώτη φορά

Τελικά αυτός είσαι, σκέφτηκε. Τώρα πια, ο καθένας είχε πάρει τη θέση του. Αν και ποτέ δεν θα κατάφερνε να συμφιλιωθεί με το βάρος της ιδέας ότι δημιούργησε μια καινούρια ζωή, μέσα της ήξερε πως είχε όλα τα εφόδια να την φυλάξει όπως όφειλε. Καταλάβαινε πως η δύναμη και το κουράγιο θα υπάρξουν στιγμές που θα εξασθενούν, όμως μέσα της διέθετε πίστη. Στον εαυτό της, στους ανθρώπους, στο ανθρωπάκι που κρατούσε για πρώτη φορά στην αγκαλιά της. Έχουμε πολλά να μάθουμε του ψιθύρισε και το γέλιο της πλημμύρισε ξανά το δωμάτιο.


Για να αντικρίσεις τον κόσμο με καινούρια μάτια, πρέπει να τον δεις με τα μάτια της ψυχής. Η στιγμή όπου όλα αποκτούν νόημα είναι εκείνη όπου ο εαυτός σου μηδενίζει. Για ‘μένα, μηδένισε όταν τον αντίκρισα για πρώτη φορά. 

Για ‘σένα;

 

Εικόνες : Pixabay


Για περισσότερες ιστορίες, σκέψεις, πειράματα του μυαλού μπορείς να κάνεις μια βόλτα από τα social της σελίδας FacebookGoogle + αλλά και στο Twitter ,όπως επίσης και να εγγραφείς στο εβδομαδιαίοnewsletter που βρίσκεται πάνω δεξιά τοποθετώντας απλώς το e-mail σου.